Kατά καιρούς με ρωτούν γονείς των μαθητών μου πώς να χειριστούν «τους ατίθασους εφήβους»∙ υποψιάζομαι ότι το κάνουν είτε γιατί κάποιοι εκτιμούν τη γνώμη μου είτε κάποιοι άλλοι για αυτοεπιβεβαίωση, ώστε να εισπράξουν από μένα σχόλια του τύπου: «έχετε μεγαλώσει ένα καταπληκτικό παιδί». Συνήθως τους απαντώ: «Δεν είμαι ειδήμων, αλλά ακολουθήστε το ένστικτό σας, εμπιστευτείτε τα παιδιά σας, δείξτε τους αγάπη και όλα θα πάνε καλά». Παρατηρώ ωστόσο πως κάτι τέτοιο συμβαίνει πιο συχνά καθώς περνούν τα χρόνια και διαπιστώνω ότι αρκετοί γονείς βρίσκονται σε κατάσταση πανικού με έντονες διαθέσεις αυστηρής αυτοκριτικής: «Τι δεν έκανα καλά;» … κλασική ατάκα…
Ασκώντας και τους δύο ρόλους, γονιού και εκπαιδευτικού, έχω αποκρυσταλλώσει ότι ο πρώτος είναι ασυζητητί δυσκολότερος και περιπλοκότερος του δευτέρου. Τα παιδιά εκδηλώνουν άλλη συμπεριφορά προς τους δασκάλους τους από ό,τι στους γονείς τους… Πολλές φορές μάλιστα σε σχόλια που κάνω προς τους γονείς του τύπου: «έχετε διαπαιδαγωγήσει πολύ υπεύθυνα το παιδί σας» εισπράττω την αποστομωτική απάντηση: «Να ξέρατε τι περνώ εγώ! Τα βγάζει όλα στο σπίτι…».
Συνήθως, σ’ αυτή τη χώρα οι πλείστοι νομίζουμε ότι είμαστε ειδικοί να εκφράζουμε γνώμη «επί παντός επιστητού» ή μη∙ παρακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γονείς να ρωτούν και να απαντούν μόνοι τους σε κρίσιμα ζητήματα ψυχολογίας, που έχουν να κάνουν με εύθραυστες ισορροπίες στη συμπεριφορά των παιδιών, όπως τη βία, την παιδική μελαγχολία, την εσωστρέφεια κ.λπ. καταστάσεις, δηλαδή, που χρήζουν υπεύθυνης αντιμετώπισης και σοβαρής επιστημονικής μελέτης. Ωστόσο, διανύοντας την τέταρτη δεκαετία στην εκπαίδευση, νομίζω ότι δικαιούμαι να κάνω τις ταπεινές μου επισημάνσεις επί του θέματος.
Παραδέχομαι πως πάντα εκδηλώνω μια συμπάθεια προς «τους αδύναμους», στην περίπτωση μας, στα παιδιά, και μια αυστηρότητα με «τους ισχυρούς», στην περίπτωσή μας, τους γονείς. Το μετρίασα, όταν έγινα γονιός, αλλά η βασική μου κοσμοθεωρία παραμένει σταθερά. Γι’ αυτό θα αρχίσω με την ευθύνη των γονέων πρώτα.
Οι περισσότεροι γονείς σήμερα είμαστε προ-δραστικοί και υπερ-αναλυτικοί. Η προθεσούλα «προ», αν και συμπαθέστατη κατά τ’ άλλα, διότι μας προφυλάσσει από δυσάρεστες εκπλήξεις, στο προκείμενο λειτουργεί αρνητικά. Οι γονείς θέλουμε να τα προ-λαβαίνουμε όλα, να τα προ-βλέπουμε όλα, να προ-νοούμε για όλα, πράγμα ανέφικτο στην αγωγή των παιδιών. Η στάση αυτή ταιριάζει περισσότερο στην οικονομία και στις κρίσεις παρά στο ευαίσθητο έργο της ανατροφής των βλαστών μας. Θέλοντας, ενδεχομένως, να προσφέρουμε στα παιδιά μας κάτι καλύτερο από αυτό που λάβαμε οι ίδιοι, πιστεύουμε ότι θα αντιμετωπίσουμε κάθε πιθανή ή απίθανη δυσκολία. Γινόμαστε εμμονικοί, βιαστικοί και προ-τρέχουμε∙ βρισκόμαστε, σχεδόν πάντα, μπροστά από τα παιδιά μας, ενώ θα ʾπρεπε να είμαστε αρκετά πίσω∙ έτσι τα καθιστούμε άβουλα, αδύνατα για πρωτοβουλίες… Δεν τα αφήνουμε να προλάβουν, να δοκιμάσουν και να μάθουν από τα λάθη τους! Έπειτα μας ενοχλεί το ότι τα θέλουν όλα έτοιμα και μας κουράζει η δυσανεξία τους στις ευθύνες! Μια λεπτομέρεια που έχει να κάνει με τη δουλειά μου: πολλοί γονείς διαβάζουν σήμερα (με) τα παιδιά τους μέχρι και τα Λυκειακά χρόνια…
Η δεύτερη προθεσούλα «υπέρ» έχει πάντοτε εγωτικά χαρακτηριστικά, διότι οδηγεί στην υπερβολή, συμπεριφορά που ο φιλόσοφος Αριστοτέλης επέκρινε και συνιστούσε «το μετρίως ζῆν». Αναλύουμε υπερβολικά τα πάντα∙ συνήθεις καθημερινές αντιδράσεις των παιδιών περνούν από μικροσκοπικό έλεγχο. Επιδιώκουμε να κάνουμε τα πάντα με τον καλύτερο τρόπο για τα παιδιά μας, να μην μας ξεφύγει κάτι, να μην υποτιμήσουμε κάποιο ύποπτο προμήνυμα, να είμαστε ενήμεροι για καθετί. Γινόμαστε αγχωτικοί, υπερ-προστατευτικοί ακυρώνοντας τον χώρο για το οξυγόνο της ελευθερίας, που χρειάζονται όλοι οι βλαστοί – πόσο μάλλον οι ανθρώπινοι – να εξελιχθούν και να δημιουργήσουν μια αυτόνομη προσωπικότητα, αγνοώντας προκλητικά τον σοφό Γκαίτε που υποστήριξε ότι δύο πράγματα πρέπει να παίρνουν τα παιδιά από τους γονείς τους: ρίζες και φτερά… Το πιο σύνηθες επακόλουθο: τα παιδιά «πνίγονται» και αντιδρούν διεκδικώντας την αυτονόητη γι’ αυτά ανεξαρτησία τους!
Δευτερευόντως, τα προηγούμενα ενισχύονται και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι σήμερα γίνονται γονείς μετά τα τριάντα – πολλοί δε εξ’ αυτών στο τέλος της τέταρτης δεκαετίας – οριακά δηλαδή για τις αναπαραγωγικές ικανότητες της ανθρώπινης φύσης – και επομένως δεν διαθέτουν πάντοτε τον δυναμισμό και τις αντοχές που απαιτεί ο γονεϊκός ρόλος. Φυσικά παίζει τον ρόλο του και το σχήμα 4 – 2 – 1 που λειτουργεί στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες (τέσσερις παππούδες, δύο γονείς, ένα μοναχοπαίδι), ώστε να στρέφονται όλα γύρω από το παιδί που διαμορφώνει την αντίληψη ότι μπορεί να τα έχει όλα και αντιδρά πεισματικά όταν δεν του γίνεται το δικό του… Κάποτε μάλιστα δεν αφιερώνεται ουσιαστικός χρόνος στα παιδιά, που να ισχυροποιεί τους δεσμούς και να διασφαλίζει την ισορροπία στη σχέση γονέα – παιδιού. Γονείς που, ενώ παίζουν… με τα παιδιά τους, κοιτάζουν μονίμως το κινητό τους και διακόπτουν με το παραμικρό! Τι εισπράττει το παιδί; Φυσικά ότι δεν είναι προτεραιότητα του γονιού και αντιδρά τεχνηέντως…
Όσο για τα παιδιά έχουν αλλάξει αρκετά∙ αναπτύσσονται σήμερα περίεργα και διαμορφώνουν μια πρώιμη ευφυΐα, άρα ανεξαρτησία, άρα αντιδραστικότητα. Περιορίζεται σταδιακά η αθώα παιδικότητα μαζί με την αύρα της ξεγνοιασιάς του παιχνιδιού. Τα παιδιά ωριμάζουν πριν την ώρα τους! Σ’ αυτό έβαλε και το χεράκι της η σύγχρονη τεχνολογία, η παρα-φύσει χρήση της οθόνης (με τις ευλογίες, φυσικά, των γονιών) η μετακίνηση των ομάδων αναφοράς από τον οικογενειακό χώρο στον αχανή κόσμο του διαδικτύου που είναι ανεξέλεγκτος, αβυσσαλέος, ωμός, κυνικός. Αντιδράσεις που έβγαζαν παλιότερα τα παιδιά στην ακμή της εφηβείας, τις εκδηλώνουν σήμερα στην παιδική τους φάση και οι συγκρούσεις αρχίζουν πολύ πρώιμα, φέρνοντας τον γονιό σε θέση ενόχου/δικαζόμενου με δύσκολους αντιπάλους – από τον ιντερνετικό κυβερνοχώρο. Στο τελευταίο, βέβαια, μερίδιο ευθύνης έχουν και τα βλασταράκια μας, που αγνοούν συστάσεις και υποδείξεις γονιών και δασκάλων, αλλά εν τέλει την ηθική ευθύνη τη φέρει η ηλεκτρονική επανάσταση με «τα καλούδια» που μας έφερε. Ένας Καναδός συγγραφέας μάλιστα, ο Deterέχει πει ότι «η τηλεόραση μετέτρεψε το παιδί από αεικίνητη δύναμη σε ακίνητο αντικείμενο».
Η ερμηνεία μου – το παραδέχομαι – είναι ελλειμματική (τέτοιες προσεγγίσεις δύσκολα μπορούν να έχουν πληρότητα). Ό,τι έχει να κάνει με τον ευαίσθητο ανθρώπινο ψυχισμό και μάλιστα με τα τόσο λεπτά θέματα που σχετίζονται με τα βαθύτερα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς επιτρέπει μόνο εικασίες άλλοτε εφαρμόσιμες άλλοτε ουτοπικές. Απαντώντας στον αρχικό προβληματισμό μου για τον γονεϊκό ρόλο σήμερα, η απάντηση που μπορεί να δοθεί κινείται στον χώρο της σχετικότητας: σε άλλες περιπτώσεις οι γονείς δυσκολεύουμε τη ζωή μας στην προσπάθειά μας να ανταπεξέλθουμε σ’ ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα, ενώ, άλλες φορές, το σύγχρονο πλαίσιο ζωής και οι «άλλοι δάσκαλοι» των παιδιών μας φέρνουν προ τετελεσμένων γεγονότων.
Συνταγές επιτυχίας εφαρμόσιμες για όλες τις περιπτώσεις αγωγής σίγουρα δεν υπάρχουν. Οι ειδικοί μπορούν να προσφέρουν την αρωγή τους αλλά δε θα μας πουν όσα θέλουμε να ακούσουμε. Σημαντικό είναι να ψάχνεται κανείς, να αυτοαναλύεται, να ζητά βοήθεια, όταν πρέπει, και ανάλογα με την περίπτωση να ακολουθεί το ένστικτό του ή εν τέλει να μην το ακολουθεί κάποτε! Η συνταγή της αγάπης – νομίζω – δεν έχει χάσει, ευτυχώς, τη δυναμική της ούτε σήμερα και είμαι βέβαιος ότι δεν θα τη χάσει ποτέ… Αυτή μας δείχνει τα μονοπάτια κάνοντας τους κύκλους της…
Βιβλιογραφία:
- PhilippaPerry, Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου
- Whitney Goodman, Τοξική θετικότητα
- TanithCarey, Τι σκέφτεται το παιδί μου
* Ο Ηλίας Π. Φερεντίνος είναι φιλόλογος – συγγραφέας
[Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 101 του περιοδικού]